Skip to content →

Το Πάσχα στην ελληνική ζωγραφική 2

Μεγάλη Παρασκευή: Ο στολισμός του Επιταφίου, του Θεόδωρου Ράλλη (1893)

Ο Θεόδωρος Ράλλης θεωρείται ο πιο χαρακτηριστικός Έλληνας ζωγράφος του οριενταλισμού, της απεικόνισης δηλαδή προσώπων και τοπίων του Ανατολικού κόσμου. Αγαπημένο του θέμα, όμως, αποτέλεσαν και οι θρησκευτικές σκηνές του ορθόδοξου ελληνισμού.

Τέτοιος είναι και ο συγκεκριμένος πίνακας του Ράλλη, ο οποίος λέγεται ότι παρέμεινε αθέατος για περισσότερο από 75 χρόνια. Σε αυτόν παρουσιάζεται το εσωτερικό μιας παλιάς ορθόδοξης εκκλησίας κατά την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής.

Στο κέντρο της δράσης είναι τοποθετημένος ο Επιτάφιος, γύρω από τον οποίο τρεις νεαρές κοπέλες με παραδοσιακές φορεσιές, προφανώς ενορίτισσες σύμφωνα με την παράδοση, είναι επιφορτισμένες με το στολισμό του. Την ίδια στιγμή, από τα αριστερά του πίνακα μια τέταρτη κοπέλα προσεγγίζει τον επιτάφιο κουβαλώντας ένα καλάθι με περισσότερα λουλούδια για το στολισμό.

Οι κοπέλες έχουν γεμάτες τις ποδιές τους με λουλούδια και καθεμιά τους έχει αναλάβει ένα σημείο του Επιταφίου, το οποίο στολίζει με ευλάβεια. Η μια είναι γονατισμένη με την πλάτη στραμμένη προς τον θεατή, η δεύτερη στέκεται όρθια πίσω από τον Επιτάφιο, και η τρίτη είναι ανεβασμένη σε ένα σκαμνί με τα πόδια γυμνά. Ο στολισμός βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ήδη έχει τοποθετηθεί σε διάταξη γιρλάντας μεγάλο μέρος των λουλουδιών.

Τα λουλούδια που ο ζωγράφος επέλεξε για τον Επιτάφιό του είναι κυρίως τριαντάφυλλα, στα χρώματα του κόκκινου, του μπλε μώβ και του λευκού. Τα χρώματα αυτά δεν είναι διόλου τυχαία.

Πίσω από τα χρώματα που επιλέγονται για Επιτάφιο κρύβονται συμβολισμοί: Το κόκκινο συμβολίζει το αίμα του Χριστού, το μπλέ-μωβ το χρώμα του πένθους και το λευκό το χρώμα της καθαρότητας.

Ο στολισμός του Επιταφίου, θεωρούταν παραδοσιακά πολύ σημαντικός για τα κορίτσια που συμμετείχαν σε αυτόν. Πιστευόταν, μάλιστα, ότι οι νεαρές που φρόντιζαν για το στολισμό, λάμβαναν την θεία Ευλογία.

Για το λόγο αυτό, βλέπουμε ότι τα κορίτσια που απεικονίζονται στον πίνακα, έχουν απλώσει στο πάτωμα τα λουλούδια του στολισμού, και τα επιλέγουν ένα ένα με την σπουδή και την ευλάβεια που προσήκει στο σημαντικό έργο, το οποίο τους έχει ανατεθεί.

Σε αντίθεση προς τα ζωηρά χρώματα του Επιταφίου, το σκηνικό της εκκλησίας συμπληρώνουν στοιχεία αποτυπωμένα με πιο σκούρα και θαμπά χρώματα. Έχουν όμως κι αυτά την ίδια σχεδιαστική ακρίβεια, χαρακτηριστική του καλλιτεχνικού κινήματος της Γαλλικής Ακαδημαϊκής Σχολής, στο οποίο ανήκε και ο Ράλλης. Τα στοιχεία αυτά, είναι φανερό ότι δεν τοποθετήθηκαν από τον ζωγράφο απλά για να συμπληρώσουν τα κενά σημεία του πίνακα. Τα μεταχειρίστηκε με έναν εξιδανικευμένο, θα έλεγε κανείς, τρόπο, ώστε να δώσει στον θεατή την αίσθηση της κατανυκτικότητας του χώρου.

Έτσι, εκτός από το εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο σχέδιο του Επιταφίου, πίσω από το κορίτσι που κουβαλάει τα λουλούδια, βλέπουμε μια τρίπτυχη εικόνα με την Παναγία, η οποία φωτίζεται αμυδρά από ένα μανουάλι, με αναμμένα κεριά, τοποθετημένο μπροστά από μια μαρμάρινη κολώνα, ενώ στο πλάι του Επιταφίου είναι αδέξια ακουμπισμένο ένα καλάθι άδειο, το οποίο προφανώς περιείχε τα λουλούδια που έχουν ήδη τοποθετηθεί στον Τάφο. Η σκηνή ολοκληρώνεται από δύο μαυροφορεμένους ιερείς που στέκονται στο βάθος δεξιά και κουβεντιάζουν.

Ο πίνακας ολοκληρώθηκε το 1893 και εκτέθηκε από τον καλλιτέχνη την ίδια χρονιά στο Σαλόνι Ζωγραφικής του Παρισιού. Στη συνέχεια ο πίνακας αγοράστηκε στο Παρίσι το 1935 από τον παππού τού σημερινού ιδιοκτήτη και πέρασε, από χέρι σε χέρι, σε τρεις ολόκληρες γενιές. Σήμερα ανήκει σε ιδιωτική συλλογή.

Άνθη Επιταφίου του Νικηφόρου Λύτρα (1901)

Ο πίνακας αυτός δημιουργήθηκε το 1901 από τον Νικηφόρο Λύτρα και είναι ένα από τα τελευταία έργα του.

Αναπαριστά μια γυναίκα που στέκεται έξω από την είσοδο της εκκλησίας κατά τη Λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής και προσφέρει λουλούδια στους πιστούς που εισέρχονται, προκειμένου να τα εναποθέσουν, σύμφωνα με το έθιμο, στον Επιτάφιο.

Ο ζωγράφος, στόχευε σαφώς στο να δημιουργήσει μελαγχολική ατμόσφαιρα, όπως αρμόζει στην πένθιμη διάθεση της συγκεκριμένης ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδας, λόγος για τον οποίο επέλεξε να κυριαρχούν στον πίνακα κυρίως σκοτεινά χρώματα. Έτσι, η γυναίκα φορά ρούχα σε αποχρώσεις του μαύρου και του γκρι, τα μανίκια του φορέματός της είναι βυσσινί και το πρόσωπό της είναι χλωμό, σχεδόν κέρινο , ενώ η έκφρασή της δηλώνει πόνο και θλίψη.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Λύτρας καταφέρνει να τονίσει την έντονη θρησκευτικότητα της στιγμής και το επιθανάτιο μήνυμα της Μεγάλης Παρασκευής, και δημιουργεί μια απεικόνιση που μεταφέρει στο σύνολό της μια έντονη θεατρικότητα.

Ανάσταση του Ουμβέρτου Αργυρού (1932)

Η απεικονιζόμενη σκηνή ξεδιπλώνεται κατά το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, την ώρα της Ανάστασης στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ο χρόνος, πάντως εδώ μάλλον δεν έχει σημασία, γιατί το μήνυμα που μεταφέρει παραμένει διαχρονικό και το έθιμο της Ανάστασης δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα από τότε.

Ο πίνακας αυτός είναι ο αγαπημένος μου γιατί μου ξυπνά τις παιδικές μου μνήμες, τότε που περνούσαμε το Πάσχα στο χωρίο μου, το Καρπενήσι, αν και εδώ βλέπουμε, πιθανότατα κάποια Ανάσταση σε χωριό της Αττικής, όπως μαρτυρούν οι παραδοσιακές φορεσιές των γυναικών με τα κοσμήματα στο μέτωπο και τη μπόλια, το γιορτινό μαντήλι.

Όπως και να' χει, όποτε τον κοιτάζω, αισθάνομαι ότι βρίσκομαι κι εγώ εκεί. Ο καλλιτέχνης έχει καταφέρει να μεταφέρει απόλυτα την κατανυκτική ατμόσφαιρα της πιο όμορφης, της πιο λαμπερής στιγμής του Πάσχα, όπως την ζούσαμε στην ελληνική ύπαιθρο.

Μόλις έχει μοιραστεί το θείο φως και δυο γυναίκες στο προσκήνιο απομακρύνονται από την εκκλησία, κουβαλώντας το και προστατεύοντας το μετα χέρια τους, για να το μεταφέρουν προφανώς στο σπίτι τους, να ζωγραφίσουν στο κατώφλι τους το σταυρό με την κάπνα και να ανάψουν τα καντήλια τους. Όπως τους φέγγει τα πρόσωπα, της μιας περισσότερο, της άλλης λιγότερο, αισθανόμαστε σχεδόν ότι βλέπουμε πως τρεμοπαίζει η φλόγα του, πασχίζοντας να επιβιώσει.

Όλος ο πίνακας είναι λουσμένος από το αναστάσιμο φως που ακτινοβολεί. Η βραδιά είναι γλυκιά, όπως μπορούμε να καταλάβουμε από τα ελαφρά ρούχα του κόσμου. Μπορούμε σχεδόν να μυρίσουμε την φορτωμένη από αρώματα ανοιξιάτικων λουλουδιών ατμόσφαιρα και τη μυρωδιά από τα αναμμένα κεριά που λιώνουν στα χέρια των πιστών και από το φιτίλι που καίγεται και τους ζεσταίνει τις καρδιές.

Είμαι σίγουρη ότι αν ήμασταν εκεί θα ακούγαμε τα "Χριστός Ανέστη" και τα "Αληθώς". Και μετά όλοι μαζί θα τραγουδούσαμε

"Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας,
κι τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος!"

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται, του Νικόλαου Γύζη (1899 - 1900)

Κοινοποιήστε

Κατηγορία τέχνες και κουλτούρα τι μας άρεσε